Ҿ˹˹ѧ
PDF
ePub

Das Schreiben, in der Athoshandschrift an 19. Stelle (vgl. oben unter Nr. 41), lautet:

Τού αυτού (ήτοι του μακαριωτάτου (ως ανωτέρω) και αγίου μητροπολίτου 'Εφέσου κυρίου Μάρκου του Ευγενικού ρηθέντα εν τω μέλλειν αυτόν προς κύριον εκδημεϊν, προς τον σοφώτατον τότε μεν κύριον] Γεώργιος τον Σχολάριον, υστερον δε και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως γεγονότα κύριον] Γεννάδιον.

Είσί τινες ύλαι παρά τους φιλοσόφους, ει και των τοιούτων έγω ήδη λήθην έσχον, όμως λέγω μέτριών τι, ότι εισίν ελαι ταις αναλογούσαις των υποθέσεων εφαρμοζόμεναι εν αις εστι και η του ενδεχομένου και έτι ή του επί πλέον ενδεχομένου. όπερ επί πλέον ενδεχόμενόν έστιν εγγύς του αναγκαίου τούτο προσήκει και τη υποθέσει των παρόντων λόγων. λέγω δε περί του άρχοντος του Σχολαρίου" ον οίδα εξέτι πάνυ νέας της αυτού ηλικίας, και διάθεσιν και αγάπην πολλήν έχω εις αυτόν, και ως εμον υιόν και φίλος και εί τι άλλο ενθυμηθείη τις, σχέσεως και αγάπης κινητικόν" ω και μέχρι του παρόντος ανακινούμενος και ομιλών έσχον ακριβή κατάληψιν περί αυτού, οίας εστί φρονίσεως και σοφίας και δυνάμεως εν λόγοις και εκ τούτων πιστεύω ότι αυτός μόνος εκ των ευρισκομένων κατά τον καιρών τούτον δύναται δούναι χείρα βοηθείας τη ορθή πίστει, χειμαζομένη ταϊς βίαις των παραφθειράντων τήν τών δογμάτων ακρίβειαν, ώστε την εκκλησίαν διορθώσασθαι θεου συναιρομένου και την ορθοδοξίαν κρατύναι μόνον ει μή θελήσει και αυτός γενέσθαι του καιρού και τον λύχνον υπό τον μόδιον κρύψαι. αλλ' εγώ θαρρά μη αν ούτως αυτόν διατεθήναι, μη δ' ούτω τη οικεία απειθήσαι συνειδήσει, ώστε την εκκλησίαν κλυδωνιζομένην δρώντα και την πίστιν σαλεύουσαν επ' ασθενούς (άνθρωπίνως λέγω) και ειδότα επ' αυτώ είναι βοηθήσαι ταύτην, μη πάση σπουδή και προθυμία την συμμαχίαν εργάσασθαι" πάντως γαρ ουκ αγνοεί σοφός ών, ως και της καθολικής πίστεως ανατροπή κοινή εστιν απώλεια. ίσως δ' εν τοις προλαβούσιν αρκούσαν συμμαχίαν ηγούμενος την εφ' ετέρων τινών, και μάλιστα την επ' εμού, ουκ εφαίνετο καθαρώς τη αληθεία συμμαχών υπό τινων ανακοπτόμενος τυχών και λογισμών ή και άνθρωπίνων. αλλ' εγώ και πρότερον μεν ουδέν ή και πάνυ σμικρών συνεισήνεγκα τη συμμαχία τη μήτ' ανάλογον έχειν

2

1) παρόντος] παρόντος S.

2) un] Simonides uncis inclusum adiecit iows oív, ut mihi quidem videtur, perperam.

3) τυχών] τυχόν S. Zeitschr. f. K.-G. ΧΠ, 1.

S

δύναμιν μήτε σπουδήν. και νύν δε ήδη εις το μηδέν ήκω: του δε μηδέν όντος τι άλλο μηδαμινότερον ; ει γούν εκ του ότι εδόξασεν ίσως ότι εμείς δυνάμεθά τι κατορθούν αυτός παρέλκον ενόμισεν όπερ δύνανται ετέρου πράττειν και αυτός μεταχειρίσασθαι, ως εκ τούτου ζημίαν εν άλλοις παθεϊν, επί σμικρά πάνυ τη ώφελεία, ως πολλάκις μοι εξητήσατο και συγγνώμην. αλλά νύν ότε εγώ μεν ήδη εντεύθεν απαλλάττω, άλλον δέ τινα ούχ ορώ κατ' αυτόν, το είκός τη εκκλησία και τη πίστει και τους δόγμασι της ορθοδοξίας δυνάμενον εκπληρώσει αντ' εμού, διά τούτο αξιώ αυτόν, ίνα καλούντος νυν του καιρού, μάλλον δε κατεπείγοντος, τον εν αυτώ κεκρυμμένος της εισεβείας σπινθήρα ανακαλύψη και συμμαχήση τη εκκλησία και τοϊς υγιαίνουσι δόγμασιν ίνα όπερ ουκ ηδυνήθης αυτός εκτελέσαι, κατορθώση αυτός τη του θεού συμμαχία δύναται γαρ τούτο τη χάριτι του θεου· έκ τε της φυσικής αυτού φρονήσεως και της εν λόγοις δυνάμεως, ει θελήσει μόνον τούτοις εν δέοντι χρήσασθαι. και ίσως μεν οφείλει τούτο και τω θεώ και τη πίστει και τη εκκλησία, αγωνίσασθαι πιστως και καθαρώς υπέρ της πίστεως. ανατίθημι δε όμως και αυτός τον τοιούτον αυτό αγώνα, ίνα ή αντ' εμού πρόμαχος της εκκλησίας και της υγιούς διδασκαλίας υφηγητής και των ορθών δογμάτων και της αληθείας υπέρμαχος, πεποιθώς και τη συμμαχία του θεού και τη αληθεία αυτή περί ων οι αγώνες, ως κοινωνών τούτων τοϊς αγίοις διδασκάλους και θεοφόροις πατράσι τοις μεγάλους θεολόγοις, και τους μισθούς εκδεχόμενος παρά του δικαίου κριτου του και πάντας τους υπέρ ευσεβείας αγωνισαμένους ανακηρύξαντος ώσπερ δή και αυτός οφείλει όσον οίόν τε σπουδάσαι υπέρ συστάσεως των ορθών της εκκλησίας δογμάτων, ως λόγον οφείλων υπέρ τούτου εν ώρα κρίσεως θεώ και έμοί τω ταυτα αναθεμένω αυτώ, τεθαρρηκότι ίσως τους λόγους μου τούτοις καρποφορήσειν υπέρ τα εκακόν, ως εις αγαθήν γήν καταβαλλομένοις περί ου και αποκριθήτω μοι, ίνα λάβω τελείαν πληροφορίας της παρούσης ζωής εξερχόμενος και μη αηδώς αποβιώσω ως απεγνωκώς την της εκκλησίας διόρθωσιν.

Meinen zuvor dargelegten geschichtlichen Nachweisungen entsprechend, würde dies Schriftstück aus der Hinterlassenschaft des Marcus in das Jahr 1443 gehören. Auch die schöne, in der Athoshandschrift unter x' folgende Antwort des ebendaselbst irrtümlich schon Gennadios genannten Georgios Scholarios möge hier eine Stelle finden:

3.

1) της] τοις S.
2) πεποιθώς] πεπειθώς S.
3) καταβαλλομένοις] καταβαλλομένους S.

Απόκρισις προς ταύτα τού σοφωτάτου και μακα

ριωτάτου κυρίου Γενναδίου. Εγώ, δέσποτά μου άγιε, πρώτον μεν ευχαριστώ τη μεγάλη αγιωσύνη σου επί τούς επαίνους, οίς έχρήσω εις εμέ, ότι βουληθείς εμοί χαρίσασθαι προσεμαρτύρησάς μοι όσα ουκ έχω ουδε επίσταμαι προσείναι μοι" αλλά τούτό έστι της άκρας καλοκαγαθίας και αρετής και σοφίας της μεγάλης αγιωσύνης σου· ην και αυτός ειδώς εξ αρχής και θαυμάζων ου διέλειπον ές δεύρο όσα πατρί και διδασκάλων και παιδαγωγω οφείλεται εκτελών εις την αγιωσύνην σου, και ως κανόνι χρώμενος τη ση γνώμη της τε εν δόγμασιν ακριβείας και της των λόγων ορθότητος, οίς αν ενασμενίσειας και αυτός συντιθέμενος και όσα μή κατά γνώμην είη σήν, ανενδιάστως τούτων εκτρεπόμενος και την του παιδός και μαθητού τάξιν τηρείν προς την μεγάλην αγιωσύνην σου ουκ απηξίωσα πώποτε μάρτυρι χρώμαι προς αυτά τη μεγάλη αγιωσύνη σου. οίδας ως αεί τον τρόπον τούτόν σοι προσηρχόμην, και τα βαθύτερα της έμής διανοίας ανακαλύπτων τοιαύτας αιτίας σοι παρετιθέμην. και του ότι δε έν τισι των καιρών ου φανερώς απεδυόμην προς τους αγώνας, ούς η ση μεγίστη αγιωσύνη γωνίζετο, αλλά σιγή τούτους παρηγχόμην, τους λόγους τούτου ουδείς βέλτιον οίδε της μεγάλης αγιωσύνης σου" επεί πολλάκις τους λογισμούς μου σοί θαρρήσας και τους περί τούτου σοι ανεκάλυψα καθαρώς και παραιτησάμενος της συγγνώμης ουκ απέτυχον. αλλά νύν θεου συνάρσει τούτων πάντων καταπεφρόνημα και έμαυτόν καθαρώτατον και φανερώτατον της αληθείας συναγωνιστής έταξα, τα των πατέρων μου δόγματα και την της ορθοδοξίας ακρίβειαν ανυποστόλως διαγγέλλειν κατά τον σκοπόν της σης μεγίστης αγιότητος.

Wenn Fabricius (a. a. 0. S. 670) nach Erwähnung der Thatsache, dass Marcus dem Georgios Scholarios den Schutz der rechtgläubigen Kirchenlehre empfahl, von letzterem hinzufügt: „hoc se observaturum sancto iuravit observavitque deinde diligentissime“ und dieser Ausdruck des grossen Forschers ersichtlich die Darstellung Heller's (bzw. Gass's) derartig beeinflusste, dass es 8. Ο. ΙΧ, S. 44 (bzw. S. 292) heirst: ,,Marcus blieb seinem Römerhasse (seinem Standpunkte) bis zu seinem Tode im Jahre 1447 treu, ja sterbend nahm er noch dem Georgius Scholarius, dem späteren, unter dem Namen Gennadius bekannten Patriarchen von Konstantinopel, das eidliche Gelübde eines fortwährenden Kampfes gegen die römische Kirche ab“: so wird diese, ausserdem noch, wie es scheint, durch die bekannte Erzählung von dem Schwur des jungen Hannibal eigenartig gestaltete Darstellung angesichts des griechischen Wortlauts als eine nicht zutreffende bezeichnet werden müssen.

Ιδού sagt mit Bezug auf diese beiden Schreiben ihr

a.

Herausgeber Simonides (a. a. 0. S. 47) TOLOūTOL hour of τότε του έθνους ημων αρχιερείς πιστοί δηλονότι ακόλουθοι του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και τοιούτους δεϊ είναι nórtas. Der viel angefochtene Hellene hat hierin jedenfalls unwidersprechlich recht. – Ihm aber und seinem um die Durchforschung und Veröffentlichung so mancher wertvollen Stücke aus der schriftstellerischen Hinterlassenschaft ihres schreibgewandton, geisteskräftigen Volkes gleichfalls hochverdienten Landsmann Demetrakopulos sind wir entschieden zu Danke verpflichtet, dass sie u. a. die zuvor abgedruckten Briefe aus den reichen, einst von ihnen durchmusterten Schätzen altehrwürdiger Büchersammlungen uns mitgeteilt und damit die Möglichkeit geboten haben, in des Marcus Eugenicus, wohl des bedeutendsten Theologen des untergehenden griechischen Reiches, letzte Lebensjahre einige hellere Blicke zu thun.

5.

Des Hochmeisters Albrecht von Preussen erster

Versuch einer Annäherung an Luther.

Mitteilung

von

Staatsarchivar Dr. Joachim

in Königsberg.

Die Darstellung des Johannes Voigt 1 von der Anbahnung der Beziehungen des Hochmeisters Albrecht zu Dr. Martin Luther kann auf den ersten Blick als eine erschöpfende nicht erscheinen und lässt gar manche Frage offen für den, welcher den letzten Gründen nachgehen möchte. Folgerichtig erscheint der Gedankengang, dass die von den Päpsten Leo X. und Hadrian VI. in den Jahren 1519 and 1523 ausgesprochene Forderung einer Reformation des Deutschordens an Haupt und Gliedern unter dem Ein

1) Geschichte Preussens, Bd. IX, S. 685 ff.

drucke der gleichzeitigen Reformationsakte Luthers zu einer Annāherung des Hochmeisters an diesen führen musste. Immerhin aber dürfte es fraglich sein, ob der Gedanke an die Reformation des Ordens selbständig im Schosse der Kurie entstanden sei. Wennschon es dann viel Wahrscheinlichkeit für sich hat, dass Albrecht insbesondere durch den in Nürnberg gepflogenen Verkehr mit Andreas Osiander zur Anknüpfung direkter Beziehungen zu Luther geführt worden sein mag, so liegen die Thatsachen doch ein wenig anders, und die Handlung bat ein Vorspiel, von dem bier nach eben vorgefundenen Beweisstücken Kunde gegeben werden soll. Der Gedanke, sich in der Frage der Ordensreform an Luther zu wenden, ist fast zwei Jabre früher, als man seither mit Voigt annehmen konnte, dem Hochmeister nahe gebracht worden, und zwar nicht durch den Prädikanten Osiander, sondern durch einen Diplomaten, denjenigen unter den vertrautesten Räten Albrechts, der trotz mancher Enttäuschung und manchen Misserfolges, den er ihm verursachte, seinem Herzen doch immer am nächsten gestanden hat, der auf des Hochmeisters politische Denkund Handlungsweise in einem Grade eingewirkt hat, wie ihn Voigt bei weitem nicht zur Genüge erkannt zu haben scheint, wenigstens nicht stark genug zu betonen für gut befunden hat.

Der Mann, von dem hier die Rede sein soll, ist Dietrich von Schönberg, ein sächsischer Ritter, der im Jahre 1515 zuerst mit dem Hochmeister in Berührung gekommen und bald darauf, obne das Ordenskleid zu nehmen, in seine Dienste getreten ist, bald genug auch von ihm zu den wichtigsten politischen Geschäften und Sendungen verwendet wurde. Dietrich war unter vier Brüdern neben ihm treten noch Hans, Anton und Nikolaus in Beziehungen zum Hochmeister der weitaus bemerkenswerteste, obschon Nikolaus eine glänzendere Laufbahn genommen hat, da er vom Predigermönche bis zum Erzbischof von Capua gelangte. Dietrich war ein hervorragend gewandter Kavalier oder Kortisan, wie der Ausdruck in seinem Munde lautete, allem Anschein nach von bestechenden persönlichen Eigenschaften, fremder Zungen und der diplomatischen Verkehrsformen seiner Zeit mächtig, von kühner Phantasie und weittragenden Plänen erfüllt, der nur das Unglück hatte, dass kein einziger dieser Pläne, die er für seinen Herrn, den Hochmeister, schmiedete, zu denen er denselben mit fortzureissen verstand, zur Verwirklichung gelangte, wovon die Schuld freilich nicht an mangelnder Thatkraft lag, sondern an einer fast harmlos zu nennenden Überschätzung der realen Macht seines Herrn. Den schier bis zur Ohnmacht geldarmen Fürsten hat er mit gaukelnder Überredungskunst in zahllose politische Phantastereien hineingeführt und einen blutigen, unglücklichen Krieg über dessen Haupt heraufbeschworen; immerhin aber wird

« ͹˹Թõ
 »